Στο συγκεκριμένο άρθρο θα δούμε τα αποτελέσματα από μία πρόσφατη μετα- ανάλυση [1] του 2015. Η μετα- ανάλυση είναι η μελέτη και η αξιολόγηση ερευνητικών μελετών που έχουν γίνει στο παρελθόν για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, ώστε να οδηγήσουν σε ένα συνολικό συμπέρασμα.

 

Στη μετα- ανάλυση αυτή λοιπόν, φάνηκε ότι η αυξημένη συχνότητα γευμάτων συσχετίστηκε με χαμηλότερα επίπεδα σωματικού λίπους και υψηλότερη ελεύθερη λίπους μάζα σώματος ή αλλιώς άλιπη μάζα σώματος (όλα τα υπόλοιπα στο σώμα εκτός από το λίπος, π.χ. μυϊκός ιστός, νερό κτλ). Από την άλλη όμως, μία πιο λεπτομερής ματιά στα δεδομένα έδειξε πως το αποτέλεσμα σε πολύ μεγάλο βαθμό επηρεαζόταν από μία μόνο μελέτη από το σύνολο των 15 που αναλύθηκαν [2]. Αυτό γέννησε αμφιβολίες στους ερευνητές, κατά πόσο τελικά τα συχνά γεύματα μπορεί να έχουν κάποια επίδραση στη σύσταση σώματος.

 

Η χρήση των συχνών γευμάτων προωθείται πολύ συχνά ως ένας αποτελεσματικός τρόπος απώλειας βάρους [3]. Η αιτιολόγηση για αυτή τη σύσταση σχετίζεται με την πεποίθηση ότι τα συχνά γεύματα αυξάνουν την μεταγευματική θερμογένεση (αύξηση παραγωγής θερμότητας που μπορεί να γίνεται κ μέχρι 8 ώρες μετά από ένα γεύμα) [4]. Ωστόσο, οι περισσότερες μελέτες έχουν αποτύχει να βρουν μία τέτοια σχέση μεταξύ συχνότητας γευμάτων και ενεργειακής δαπάνης [5, 6].

 

Ενδιαφέρον επίσης έχει μία μελέτη των Smeets et al. [7], η οποία δεν βρήκε διαφορές στην θερμογένεση ή την κατανάλωση ενέργειας συγκριτικά μεταξύ των 2 ή 3 γευμάτων ημερησίως, αλλά σημείωσαν ότι η 24ώρη οξείδωση των λιπών ήταν μεγαλύτερη στη περίπτωση των 3 γευμάτων.

 

Τελικά ποια ήταν τα συμπεράσματα; Ενώ το βασικό εύρημα της μετα- ανάλυσης ήταν ότι η υψηλή συχνότητα γευμάτων οδηγεί σε χαμηλότερο σωματικό λίπος, επανέλαβαν την ανάλυση απομακρύνοντας τη μία μελέτη [2] που επηρέαζε αρκετά τα αποτελέσματα. Μετά λοιπόν και από τη δεύτερη ανάλυση φάνηκε πως δεν υπήρχε η στατιστικά σημαντική επίδραση της συχνότητας των γευμάτων στο σωματικό λίπος που εντοπίστηκε στην αρχή. Τέλος, στη βασική ανάλυση των δεδομένων όταν έλαβαν υπόψιν και κάποιες άλλες μεταβλητές, το συμπέρασμα ήταν πως οι διαφορές που παρατηρήσαν στο σωματικό λίπος δεν σχετίζονταν με τα περισσότερα γεύματα αλλά κυρίως με την χαμηλότερη ενεργειακή κατανάλωση. Άρα το αρχικό αποτέλεσμα μάλλον ήταν ψευδώς θετικό.

 

Τέλος, η παρούσα μελέτη δεν ξεκαθαρίζει αν η συχνότητα των γευμάτων θα μπορούσε να διαδραματίσει ένα ρόλο στην καταστολή της όρεξης. Τα δεδομένα που υπάρχουν μέχρι τώρα από άλλες μελέτες είναι αντικρουόμενα. Ενώ αρκετές μελέτες αναφέρουν ότι η όρεξη μειώνεται όταν τα γεύματα είναι κατανεμημένα κατά τη διάρκεια της ημέρας [7, 8], άλλες μελέτες δεν έδειξαν μία τέτοια σχέση [9, 10]. Επιπλέον, κάποιες μελέτες διαπίστωσαν ότι η κατανάλωση 3 σε αντίθεση με 6 γεύματα ημερησίως δημιουργεί στην πραγματικότητα μεγαλύτερη αίσθημα κορεσμού [11].

 

Συμπερασματικά, η ανάλυση των δεδομένων έδειξε θετική επίδραση της συχνότητας γευμάτων στο σωματικό λίπος, η οποία όμως αναιρέθηκε όταν λήφθηκε στα υπόψιν η συνολική ενεργειακή πρόσληψη. Κάτι που υποδεικνύει ότι τα πιο συχνά γεύματα, «ίσως» συνέβαλλαν στον καλύτερο έλεγχο της όρεξης και μείωσαν την κατανάλωση θερμίδων.

 

Τα ευρήματα αυτά χρήζουν περαιτέρω μελέτης. Θα πρέπει να διερευνηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό αν τελικά υπάρχει σχέση μεταξύ συχνότητας γευμάτων και σύστασης σώματος και πόσο ισχυρή είναι, ώστε να δούμε σε πρακτικό επίπεδο αν έχει αξία. Προς το παρόν καλό είναι να προσαρμόζονται τα γεύματα και η συχνότητα τους στον τρόπο ζωής του κάθε ανθρώπου και φυσικά να εξατομικεύονται ώστε ο καθένας να έχει τον καλύτερο έλεγχο της όρεξης του.

 

1. Schoenfeld, B.J., A.A. Aragon, and J.W. Krieger, Effects of meal frequency on weight loss and body composition: a meta-analysis. Nutrition Reviews, 2015. 73(2): p. 69-82.

2. Iwao, S., K. Mori, and Y. Sato, Effects of meal frequency on body composition during weight control in boxers. Scandinavian Journal of Medicine & Science in Sports, 1996. 6(5): p. 265-272.

3. Louis-Sylvestre, J., et al., Highlighting the positive impact of increasing feeding frequency on metabolism and weight management. Forum Nutr, 2003. 56: p. 126-8.

4. Tai, M.M., P. Castillo, and F.X. Pi-Sunyer, Meal size and frequency: effect on the thermic effect of food. The American journal of clinical nutrition, 1991. 54(5): p. 783-787.

5. Verboeket-van de Venne, W.P. and K.R. Westerterp, Influence of the feeding frequency on nutrient utilization in man: consequences for energy metabolism. Eur J Clin Nutr, 1991. 45(3): p. 161-9.

6. Kinabo, J.L. and J.V. Durnin, Effect of meal frequency on the thermic effect of food in women. Eur J Clin Nutr, 1990. 44(5): p. 389-95.

7. Smeets, A.J. and M.S. Westerterp-Plantenga, Acute effects on metabolism and appetite profile of one meal difference in the lower range of meal frequency. Br J Nutr, 2008. 99(6): p. 1316-21.

8. Stote, K.S., et al., A controlled trial of reduced meal frequency without caloric restriction in healthy, normal-weight, middle-aged adults. The American journal of clinical nutrition, 2007. 85(4): p. 981-988.

9. Cameron, J.D., M.-J. Cyr, and E. Doucet, Increased meal frequency does not promote greater weight loss in subjects who were prescribed an 8-week equi-energetic energy-restricted diet. British journal of nutrition, 2010. 103(08): p. 1098-1101.

10. Leidy, H.J., et al., The effects of consuming frequent, higher protein meals on appetite and satiety during weight loss in overweight/obese men. Obesity, 2011. 19(4): p. 818-824.

11. Ohkawara, K., et al., Effects of increased meal frequency on fat oxidation and perceived hunger. Obesity, 2013. 21(2): p. 336-343.

Share