Τα προβιοτικά είναι ζωντανά βακτήρια- τα οποία απαντώνται φυσιολογικά στον άνθρωπο- στην εντερική χλωρίδα, (κυρίως από τα γένη Bifidobacterium και Lactobacillus) και όταν χορηγούνται σε ικανές ποσότητες, έχουν ευεργετικά αποτελέσματα για τον άνθρωπο.

Που βρίσκουμε τα προβιοτικά;

Σε αυτό το σημείο θέλω να τονίσω ότι τα προβιοτικά στελέχη δεν υπάρχουν υποχρεωτικά σε ζυμωμένα τρόφιμα, γιατί δεν αποτελούν μέλη της ζυμωτικής μικροχλωρίδας. Τα προβιοτικά στελέχη κατά κανόνα απομονώνονται από υγιείς ανθρώπους και ως «καθαρά» στελέχη προστίθενται σε διάφορα προϊόντα ή συμπληρώματα διατροφής. Οι ζυμωτικοί μικροοργανισμοί μπορεί να προσδίδουν ευεργετικές ιδιότητες με την κατανάλωση ενός τροφίμου, αλλά δεν σημαίνει ότι έχουν και προβιοτκές ιδιότητες (π.χ. κεφίρ, «ζωντανό γιαούρτι» κτλ.).

 

Κάποια από τα στελέχη προβιοτικών έχουν δείξει ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε νοσολογικές οντότητες. Παρά τις θετικές ενδείξεις όμως, δεν υπάρχουν μελέτες που να συσχετίζουν την κλινική βελτίωση με την τροποποίηση της μικροβιακής χλωρίδας που προκαλείται από τα προβιοτικά. Ενδεικτικά φαίνονται οι πιο σημαντικές κλινικές εφαρμογές τους.

 

Διαρροϊκά σύνδρομα: Η χορήγηση στελεχών Lactobacillus έχει βρεθεί ότι ελαττώνει τη διάρκεια και τη σοβαρότητα των επεισοδίων οξείας διάρροιας από ροταιό. Τα προβιοτικά έχουν επίσης αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της διάρροιας από αντιβιοτικά και στην πρόληψη της διάρροιας των ταξιδιωτών.

 

Φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (IBD) : Στις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου περιλαμβάνονται η νόσος του Crohn (CD) και η ελκώδης κολίτιδα (UC). Σύμφωνα με μετανάλυση του 2007 τόσο η αποτελεσματικότητα των προβιοτικών όσο και η ασφάλειά τους στην ελκώδη κολίτιδα δε διαφέρουν σημαντικά από την αγωγή με αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Σε μία συστηματική ανασκόπηση που διενεργήθηκε το 2011, το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των προβιοτικών για τις συγκεκριμένη πάθηση. Αναφορικά με τη νόσο του Crohn περιορισμένος αριθμός μελετών έχουν ερευνήσει την επίδραση των προβιοτικών στην κλινική ύφεση, την διατήρησή της και την πρόληψη μετεγχειρητικών υποτροπών . Σε εκτεταμένη κλινική δοκιμή που διενεργήθηκε το 2005 δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην αποτελεσματικότητα των προβιοτικών σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο

 

Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου (IBS): Πολλές κλινικές μελέτες έχουν διερευνήσει τη χορήγηση προβιοτικών στο σύνδρομο αυτό, αλλά τα στοιχεία δεν είναι ακόμη επαρκή λόγω του μικρού αριθμού ασθενών, της μεταβλητότητας στο σχεδιασμό των μελετών, της ετερογένειας στα προβιοτικά στελέχη, τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, καθώς και των διαφορετικών χαρακτηριστικών των ασθενών.

 

Νεκρωτική εντεροκολίτιδα (NEC): Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής, παρότι αναγνωρίζει ότι υπάρχουν στοιχεία ότι τα προβιοτικά προλαμβάνουν τη νεκρωτική εντεροκολίτιδα σε νεογνά πολύ χαμηλού βάρους γέννησης, θεωρεί ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες ώστε να αποσαφηνιστεί η αποτελεσματική δοσολογία και τα δραστικά προβιοτικά στελέχη πριν συντάξει κλινικές οδηγίες.

 

Κοινές λοιμώδεις παθήσεις: Φαίνεται ότι τα προβιοτικά μπορεί έχουν θετική επίδραση τόσο στην πρόληψη όσο και στην ελάττωση της διάρκειας νόσησης από λοιμώξεις του γαστρεντερικού και του αναπνευστικού συστήματος. Πριν όμως εκδοθεί οποιαδήποτε επίσημη οδηγία, πρέπει να ταυτοποιηθεί το είδος των μικροοργανισμών και να καθοριστεί τόσο η απαιτούμενη δοσολογία όσο και η ευαισθησία των διαφόρων πληθυσμιακών ομάδων στη θεραπεία.

 

Ποιοι είναι όμως οι πιθανοί κίνδυνοι που σχετίζονται με τη λήψη προβιοτικών; 

Λοιμώξεις: Ο μεγαλύτερος κίνδυνος τη χρήσης προβιοτικών στην κλινική πράξη είναι η σήψη. Πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι όλες οι περιπτώσεις βακτηριαιμίας ή μυκηταιμίας από προβιοτικά έχουν συμβεί σε ασθενείς με έκπτωση της ανοσιακής απόκρισης λόγω υποκείμενης παθολογίας.

 

Ανοσιακές μεταβολές: Η χρήση προβιοτικών από έγκυες γυναίκες μπορεί να διαταράξει τις αναγκαίες ανοσιακές μεταβολές που συμβαίνουν στην κύηση και να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του εμβρύου, αν και ο κίνδυνος αυτός είναι μόνο θεωρητικός.

 

Βιωσιμότητα μικροοργανισμών: Η αναπόφευκτη παρουσία νεκρών μικροβίων στα προβιοτικά προϊόντα, που εξαρτάται από τις συνθήκες συντήρησής τους, έχει συνδεθεί με γαστρεντερικά συμπτώματα όπως διάρροιες, μετεωρισμός κα.

 

Μη αναγραφόμενοι μικροοργανισμοί-αλλεργιογόνα: Τα προβιοτικά περιέχονται σε τρόφιμα ή συμπληρώματα διατροφής και όχι σε φαρμακευτικά προϊόντα επομένως η εμπορική διάθεσή τους απαιτεί λιγότερο αυστηρούς ελέγχους ποιότητας. Έτσι ενδέχεται η περιεκτικότητα των προβιοτικών που αναγράφεται στις συσκευασίες να διαφέρει από την πραγματική. Επίσης από μικροβιολογικές αναλύσεις προέκυψε ότι πολλά προϊόντα περιείχαν μικροοργανισμούς που δεν αναγράφονταν στις ετικέτες ενώ έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αναφυλαξίας σε μη αναγραφόμενα συστατικά. Απαιτείται προσοχή από τους καταναλωτές και ιδιαίτερα από εκείνους με ιστορικό σοβαρών αλλεργικών εκδηλώσεων (πχ αλλεργία σε πρωτεΐνες γάλακτος ή αβγού).

 

Συμπερασματικά, τα αποτελέσματα από τη χρήση των προβιοτικών αμφισβητούνται και δε μπορούν προς το παρόν να στοιχειοθετήσουν κλινικές οδηγίες.

 

Για να θωρηθεί ένα προβιοτικό προϊόν κλινικά αποτελεσματικό θα πρέπει να καθοριστούν με ακρίβεια τα στελέχη που περιέχονται, η βιωσιμότητά τους στο τελικό προϊόν και στο έντερο του ξενιστή, η ακριβής δοσολογία καθώς και η μέθοδος χορήγησης. Επίσης, η κλινική αποτελεσματικότητα ενός προϊόντος δε μπορεί να γενικευτεί στο σύνολο των προβιοτικών.

 

Το πεδίο εφαρμογής των προβιοτικών είναι ευρύτατο και η χρήση τους στο μέλλον ίσως να υποκαταστήσει κάποιες από τις κλασσικές θεραπευτικές μεθόδους σε ποικίλες παθολογικές καταστάσεις και λειτουργικές διαταραχές που αφορούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Μέχρι όμως να προκύψουν αδιάσειστα στοιχεία από ικανό αριθμό σωστά σχεδιασμένων μελετών, οι αρμόδιοι οργανισμοί οφείλουν να αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε ισχυρισμό υγείας με σκεπτικισμό και να εκδίδουν οδηγίες με γνώμονα την υγεία του καταναλωτή και την προστασία του από αμφίβολης αποτελεσματικότητας παρεμβάσεις.

 

Συγγραφείς

Ευανθία Παγουρτζή, Διαιτολόγος- Διατροφολόγος

Βλαντλένα Χουντοκονένκο, Διαιτολόγος- Διατροφολόγος

Κατερίνα Μούτουπα, Ιατρός

Γεώργιος Στρούγγης, Ιατρός

 

Πηγές:

• Apostolou, E., Kirjavainen, P. V., Saxelin, M., Rautelin, H., Valtonen, V., Salminen, S. J., & Ouwehand, A. C. (2001). Good adhesion properties of probiotics: a potential risk for bacteremia?. FEMS Immunology & Medical Microbiology, 31(1), 35-39.

• Bousvaros, A., Guandalini, S., Baldassano, R. N., Botelho, C., Evans, J., Ferry, G. D., ... & Hibberd, P. L. (2005). A randomized, double‐blind trial of Lactobacillus GG versus placebo in addition to standard maintenance therapy for children with Crohn's disease. Inflammatory bowel diseases, 11(9), 833-839.

• European Food Safety Authority (EFSA). (2011). Guidance of the NDA Panel: guidance on the scientific requirements for health claims related to gut and immune function. EFSA Journal 9: 1984.

• Guandalini, S., Pensabene, L., Zikri, M. A., Dias, J. A., Casali, L. G., Hoekstra, H., ... & Weizman, Z. (2000). Lactobacillus GG administered in oral rehydration solution to children with acute diarrhea: a multicenter European trial. Journal of pediatric gastroenterology and nutrition, 30(1), 54-60.

• Health and Nutritional Properties of Probiotics in Food including Powder Milk with Live Lactic Acid Bacteria. Report of a Joint FAO/WHO Expert Consultation on Evaluation of Health and Nutritional Properties of Probiotics in Food Including Powder Milk with Live Lactic Acid Bacteria. Amerian Córdoba Park Hotel,Córdoba, Argentina 1-4 October 2001

• Hennequin, C., Kauffmann-Lacroix, C., Jobert, A., Viard, J. P., Ricour, C., Jacquemin, J. L., & Berche, P. (2000). Possible role of catheters in Saccharomyces boulardii fungemia. European Journal of Clinical Microbiology and Infectious Diseases, 19(1), 16-20.

• Kirjavainen, P. V., Salminen, S. J., & Isolauri, E. (2003). Probiotic bacteria in the management of atopic disease: underscoring the importance of viability.Journal of pediatric gastroenterology and nutrition, 36(2), 223-227

• Lee, B. J., & Bak, Y. T. (2011). Irritable bowel syndrome, gut microbiota and probiotics. Journal of neurogastroenterology and motility, 17(3), 252-266.

• Mavromichalis I. (2002). Probiotics and their clinical applications B′ Department of Pediatrics, Aristotle University, AΧEPA Hospital, Thessaloniki, Greece. Paediatric N Gr, 14(3): 268 – 276.

• Naidoo, K., Gordon, M., Fagbemi, A. O., Thomas, A. G., & Akobeng, A. K. (2011). Probiotics for maintenance of remission in ulcerative colitis. Cochrane Database Syst Rev, 12.

• Sanders, M. E., Guarner, F., Guerrant, R., Holt, P. R., Quigley, E. M., Sartor, R. B., ... & Mayer, E. A. (2013). An update on the use and investigation of probiotics in health and disease. Gut, 62(5), 787-796.

• Theunissen, J., Britz, T., Torriani, S., & Witthuhn, R. C. (2005). Identification of probiotic microorganisms in South African products using PCR-based DGGE analysis. International journal of food microbiology, 98(1), 11-21.

• Wegmann, T. G., Lin, H., Guilbert, L., & Mosmann, T. R. (1993). Bidirectional cytokine interactions in the maternal-fetal relationship: is successful pregnancy a T< sub> H 2 phenomenon?. Immunology today, 14(7), 353-356.

• Zigra, P. I., Maipa, V. E., & Alamanos, Y. P. (2007). Probiotics and remission of ulcerative colitis: a systematic review. Neth J Med, 65(11), 411-418.

Share